Featured

Ernest Mandel

Ερνέστ Μαντέλ

Χειραφέτηση, επιστήμη και πολιτική στον Καρλ Μαρξ

 

Στη διάρκεια όλης της ζωή του, ο Μαρξ παρέμεινε πιστός στο στόχο της χειραφέτησης. Δεν τον εγκατέλειψε ούτε κατά τη μετάβασή του από τη μικροαστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία και τον κομμουνισμό, ούτε κατά την επεξεργασία της θεωρίας του ιστορικού υλισμού και την εμπλοκή του στην επαναστατική πρακτική. Την βρίσκουμε σε όλα τα σημαντικά έργα του, καθώς και σε εκείνα του Φρίντριχ Ένγκελς, από τη "18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη", τα "Grundrisse" και το "Κεφάλαιο" μέχρι τον "Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία" και την "Κριτική του προγράμματος της Γκότα". Αυτός ο στόχος τίθεται, κατά κάποιο τρόπο, ως a priori της επιστημονικής και πολιτικής δραστηριότητας. Ο Maximilian Rubel τον αποκαλεί ηθική απαίτηση (Rubel, 1957)- άλλοι μιλούν για φιλοσοφικό αξίωμα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η θέση αρχής αρκεί για να καταστήσει παράλογη την μομφή που διατυπώνουν τόσοι πολλοί επικριτές του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία ο μαρξισμός θα κατέληγε σε μια υπόσταση της Ιστορίας. Ο Μαρξ χλεύασε περισσότερες από μία φορές εκείνους που λάτρεψαν τις αλυσίδες τους, μόνο και μόνο επειδή ήταν αλυσίδες που σφυρηλατήθηκαν από την Ιστορία.

Ερνέστ ΜαντέλΦαίνεται πιο σωστό να μιλήσουμε για μια αξιωματική αφετηρία που μπορεί να εκφραστεί με τη θέση: μόνο ο άνθρωπος είναι ο υπέρτατος στόχος του ανθρώπου. Αυτή η θέση έχει ανθρωπολογική βάση. Ένας ορθόδοξος μαρξιστής, δηλαδή αυτός που ενεργεί στο πνεύμα του Μαρξ, παραμένει προσηλωμένος στην υποχρέωση να καταπολεμήσει όλες τις απάνθρωπες κοινωνικές σχέσεις. Μπορεί να απαλλαγεί από αυτή την υποχρέωση μόνο αν αποδειχθεί ότι οι απάνθρωπες σχέσεις θα προωθούσαν τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου, ακόμη και αν αυτός παρουσιάζεται ως δήθεν κακός, επιθετικός, μολυσμένος από την αμαρτία, πράγμα προφανώς παράλογο. Το ότι η κόλαση μεταφέρθηκε στη γη δεν είναι λόγος για να βολευτεί κανείς σε αυτήν ή να διακηρύξει ότι αυτή αποτελεί ένα αναγκαίο μεταβατικό στάδιο προς τον παράδεισο. Όπως και νάχει εκατομμύρια άνθρωποι δεν θα το δέχονταν, ούτε ψυχολογικά ούτε στην πράξη. Βιώνουν την κόλαση ως κόλαση. Καμία μυστικοποίηση δεν μπορεί να τους αποτρέψει από το να εξεγερθούν μακροπρόθεσμα ενάντια σε αυτή την κόλαση. Είναι στοιχειώδες καθήκον να αγωνιστούμε μαζί τους ενάντια σε κάθε απάνθρωπη κατάσταση. Αυτή είναι η υποχρέωση που καθοδηγούσε τον Μαρξ σε όλη του τη ζωή. Θα έπρεπε να μας καθοδηγεί όλους μας.

Η θεωρία του ιστορικού υλισμού και η τοποθέτηση υπέρ του προλεταριάτου στην ταξική πάλη που διεξάγεται στην αστική κοινωνία, όχι μόνο δεν μας απαλλάσσει από αυτή την υποχρέωση, αλλά της δίνει και μια πρόσθετη βάση. Αυτή η επιστημονική θεωρία δηλώνει ότι η ιστορία όλων των πολιτισμένων κοινωνιών ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η ιστορία των ταξικών αγώνων και ότι αυτή η ταξική πάλη αφορά υλικά συμφέροντα (τη διαίρεση του κοινωνικού προϊόντος σε αναγκαίο προϊόν και υπερπροϊόν). Το εισόδημα και τα προνόμια των κυρίαρχων τάξεων, καθώς και η ίδια η κυριαρχία, ανάγονται σε τελική ανάλυση στην υπερεργασία που αποσπάται από τους παραγωγούς, καθώς και στην επακόλουθη πάλη για την αύξηση ή τη μείωση αυτής της υπερεργασίας. Διαπιστώνει ότι αυτή η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις είναι ένα αναπόφευκτο μεταβατικό στάδιο της ιστορίας, που επιβάλλεται από την ανεπαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Χωρίς επαρκή ανάπτυξη αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, μια πραγματικά ανθρώπινη αταξική κοινωνία που θα βασίζεται στην ικανοποίηση των αναγκών είναι ανέφικτη. Η θεωρία του υλισμού καταλήγει επίσης στο παράλληλο συμπέρασμα ότι οι εκμεταλλευόμενες τάξεις εξεγείρονται περιοδικά εναντίον των εκμεταλλευτών τους, φτάνοντας ακόμα και να λαχταράνε την έλευση αυτής της αταξικής κοινωνίας, και ότι, ωστόσο, για λόγους που έχουν να κάνουν με την απουσία μιας επαρκώς αναπτυγμένης υλικής, άρα και πνευματικής και ηθικής βάσης, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί σε συνθήκες προκαπιταλιστικών σχέσεων ή πρώιμου καπιταλισμού.

Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης γιγαντιαίων παραγωγικών δυνάμεων, ο σύγχρονος καπιταλισμός δημιουργεί, για πρώτη φορά στην ιστορία, την εφικτή βάση για την ολική χειραφέτηση, δηλαδή για την αταξική κοινωνία. Αυτή η χειραφέτηση προϋποθέτει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, της εμπορευματικής παραγωγής (της οικονομίας της αγοράς), καθώς και του ανταγωνισμού, της τάσης προς τον ιδιωτικό πλουτισμό και του καθολικού εγωισμού που είναι οι συνέπειες τους. Η πραγματοποίηση αυτού του στόχου είναι δυνατή μόνο αν ο σοσιαλιστικός (κομμουνιστικός) αγώνας για αυτή την αταξική κοινωνία συναντήσει τον πραγματικό αγώνα μιας τάξης που έχει υλικό συμφέρον από αυτήν, που είναι ηθικά προετοιμασμένη για αυτήν και κοινωνικά διατεθειμένη για αυτήν, δηλαδή μιας τάξης που είναι δυνητικά ικανή να παραλύσει ολόκληρη την οικονομική ζωή αν το αποφασίσει και να πάρει στα χέρια της την οργάνωση της παραγωγής από τους ίδιους τους συνεταιρισμένους παραγωγούς.

Αυτή η τάξη είναι το σύγχρονο προλεταριάτο, η τάξη που είναι υποταγμένη στη μισθωτή εργασία, η τάξη που καταλήγει να προετοιμάζεται για αυτό το καθήκον από τη θέση της στην αστική κοινωνία και από την ανάπτυξη του καπιταλισμού με όλες τις αντιφάσεις του, αλλά και από την ικανότητά της για συλλογική οργάνωση και την αίσθηση της αλληλεγγύης, που της εμφυσά η εμπειρία της του καπιταλισμού. Η φόρμουλα του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία η χειραφέτηση του προλεταριάτου αντιπροσωπεύει τη χειραφέτηση ολόκληρης της ανθρωπότητας δεν πρέπει να οδηγήσει στην εσφαλμένη ιδέα ότι, σύμφωνα με αυτόν, η χειραφέτηση του προλεταριάτου θα οδηγούσε αυτόματα στη χειραφέτηση ολόκληρης της κοινωνίας ή ότι θα την υποκαθιστούσε. Η παθιασμένη στάση του Μαρξ υπέρ της χειραφέτησης των μαύρων σκλάβων της Αμερικής ή καταπιεσμένων εθνών όπως η Πολωνία και η Ιρλανδία, η ταύτισή του με την εξέγερση των Taï-Ping στην Κίνα ή των Cipayes στην Ινδία (3) - αυτές οι κοινωνικές ομάδες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συμπεριληφθούν στην έννοια του προλεταριάτου - αρκούν για να ξεκαθαρίσουν τη συζήτηση.

Καρλ ΜαρξΗ προλεταριακή χειραφέτηση είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την καθολική χειραφέτηση. Αλλά είναι μόνο μια προϋπόθεση γι' αυτήν, δεν την υποκαθιστά. Αν η ιστορική εξέλιξη αποδείκνυε, για παράδειγμα, ότι τα κόμματα που δρουν "στη θέση και αντί" της εργατικής τάξης θα δημιουργούσαν νέες μορφές εκμετάλλευσης, νέες απάνθρωπες καταστάσεις, τότε θα έπρεπε να καταπολεμηθούν ανελέητα, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις καταστάσεις που αφορούν ειδικά τον καπιταλισμό ή τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, ακόμη και αν θεωρούσαμε αυτή τη "σοσιαλιστική" εκμετάλλευση και καταπίεση ως ιστορικά προοδευτική σε σχέση με τον καπιταλισμό. Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο με τη σκέψη του Μαρξ, αν και, απ' όσο γνωρίζουμε, δεν εκφράστηκε ποτέ ρητά για το πρόβλημα αυτό. Η κρίση αυτή προκύπτει από την ίδια την έννοια της προόδου, όπως αυτή απορρέει από το σύνολο του έργου του Μαρξ, μια έννοια διαλεκτική και όχι μηχανιστική, αμφίδρομη και όχι γραμμική.

Από την άλλη πλευρά, η ιστορική συνέχεια του αγώνα ενάντια στην κοινωνική εκμετάλλευση θεμελιώνει μια ισχυρή παράδοση αγώνα και οργάνωσης, καθώς και επαναστατικών σκέψεων, ιδανικών, ονείρων και ελπίδων, από την οποία τρέφεται βαθιά ο προλεταριακός αγώνας για τη δική του χειραφέτηση, από την οποία μάλιστα απορρέει άμεσα, και χωρίς την οποία η ανάπτυξή του θα ήταν ασύγκριτα πιο αργή και πιο επίπονη απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Μια χώρα χωρίς προ-προλεταριακές επαναστατικές παραδόσεις είναι μια χώρα όπου το πολιτικό εργατικό κίνημα θα ανθίσει με τεράστιες δυσκολίες.

Στην ανάλυση της μηχανοκρατίας που αναπτύσσεται στο Βιβλίο Ι του Κεφαλαίου, αυτή η διπλή έννοια της προόδου αναδεικνύεται ιδιαίτερα. Σε αντίθεση με τις ρομαντικές, επιφανειακές, ηθικολογικές κριτικές του καπιταλισμού, ο Μαρξ τονίζει με τόλμη και δίκαια τη γιγαντιαία υλική πρόοδο της μηχανής, τις τεράστιες δυνατότητές της να χειραφετήσει τα ανθρώπινα όντα από την υποχρέωση της καταναγκαστικής εργασίας. Στην εποχή της έναρξης της αυτοματοποίησης, της ανάπτυξης της μικροηλεκτρονικής και των ρομπότ, οι δηλώσεις αυτές ακούγονται απλώς προφητικές. Αλλά στρεφόμενος όμως ταυτόχρονα εναντίον των κυνικών ή τυφλών απολογητών της αστικής κοινωνίας, ο Μαρξ υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ δυνατότητας και πραγματικότητας και τις απάνθρωπες συνέπειες της μηχανοκρατίας στον καπιταλισμό. Τονίζει την ειδικά καπιταλιστική χρήση του πάγιου κεφαλαίου και του εργοστασιακού συστήματος, την καπιταλιστικά καθορισμένη μορφή της τεχνολογίας και της βιομηχανίας, η οποία μπορεί να αναπτυχθεί μόνο υπονομεύοντας και καταστρέφοντας δυνητικά τις δύο πηγές του ανθρώπινου πλούτου: την φύση και την εργατική δύναμη. Επειδή ο εργάτης στον καπιταλισμό, όσο προοδευτικός κι αν είναι αυτός σε σχέση με τη φεουδαρχία, είναι ένας μειωμένος, αλλοτριωμένος, υποδουλωμένος, περιφρονημένος εργάτης, η εξέγερση του ενάντια στην κατάστασή του είναι επομένως τόσο προοδευτική όσο και ο ίδιος ο καπιταλισμός. Αυτή η εξέγερση είναι ένα ιστορικό κίνημα που με τη σειρά του υποκινεί την οικονομική και κοινωνική πρόοδο, ακόμη και αν δεν οδηγεί άμεσα, ή έστω μεσοπρόθεσμα, σε μια πραγματική κατάργηση των απάνθρωπων καταστάσεων. Και ό,τι είναι σαφές για τον Μαρξ σχετικά με τον καπιταλισμό (και τις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες) ισχύει απόλυτα για τις μετα-καπιταλιστικές κοινωνίες.

Επιστήμη και χειραφέτηση

Η ανάπτυξη του επιστημονικού σοσιαλισμού ως επιστήμης έχει τη δική της εσωτερική συνοχή, η οποία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη λογική της χειραφέτησης. Η επιστήμη δεν λειτουργεί ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα. Διατυπώνει θεωρητικές υποθέσεις που πρέπει πάντα να επαληθεύονται υπό το φως νέων δεδομένων και εξελίξεων. Είναι θεμελιωδώς αμφίβολη, όπως το έθεσε επιγραμματικά ο Μαρξ όταν ρωτήθηκε ποιο ήταν το αγαπημένο του ρητό: "de omnibus est dubitatum" (να αμφιβάλεις για τα πάντα). Δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος δογματισμού σε αυτή τη νοοτροπία και σε αυτή την προσέγγιση, αν και η αμφιβολία αφορά μόνο (πάντα προσωρινά) τα αποτελέσματα της έρευνας και όχι τη δυνατότητα για αλήθεια που η ίδια η έρευνα εμπεριέχει. Αυτά τα αποτελέσματα, που κρίνονται σύμφωνα με τις πρακτικές τους ακολουθίες και υπό το πρίσμα των προϋποθέσεών τους, πρέπει διαρκώς είτε να επιβεβαιώνονται είτε να τροποποιούνται από την έρευνα που συνεχίζεται ασταμάτητα. Πρόκειται λοιπόν για μια "αισιόδοξη αμφιβολία", που στηρίζεται στις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης κοινωνικής πράξης, η οποία τελικά παραπέμπει, όπως και η τάση προς τη χειραφέτηση, στις πρωταρχικές ανθρωπολογικές της βάσεις.

Ο Μαρξ ήταν επιστήμονας με την πιο σοβαρή έννοια του όρου. Βασίζει την επιστημονική του θεωρία, είτε πρόκειται για την οικονομία (θεωρία της αξίας, της υπεραξίας, του χρήματος, του κεφαλαίου, των νόμων εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, των κρίσεων κ.λπ.), είτε για την κοινωνιολογία, είτε για την ιστορία (θεωρία του ιστορικού υλισμού, των τάξεων, του κράτους, της επανάστασης κ.λπ.), σε μια εξονυχιστική μελέτη όλων των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων της εποχής του. Όπως έλεγε ο ίδιος, τίποτα δεν είναι πιο απεχθές από τον ψευδοεπιστήμονα που, προκειμένου να αποδείξει μια θέση, αποκρύπτει σημαντικά δεδομένα ή αρνείται τα γεγονότα.

Η κύρια δύναμη του επιστημονικού σοσιαλισμού έγκειται στο γεγονός ότι θέτει έναν χειραφετητικό στόχο - την απελευθέρωση του προλεταριάτου, της εργασίας και της ανθρωπότητας στο σύνολό της - που απορρέει από την πραγματική κίνηση της κοινωνίας και της ιστορίας. Από τις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επιστημονικά τεκμηριωμένες και βεβαιωμένες από δύο αιώνες ιστορίας, αντιφάσεις που κανένα κράτος, καμία θρησκεία, καμία τρομοκρατία, καμία "καταναλωτική κοινωνία" δεν μπορεί να καταργήσει, απορρέει αφενός μια αλυσίδα διαδοχικών συστημικών κρίσεων στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολιτική, στρατιωτική, ηθική και ιδεολογική σφαίρα, που επιβεβαιώνονται πλήρως από την πραγματική ιστορική εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, απορρέει μια ιστορική τάση προς την οργάνωση της μισθωτής εργασίας, μια από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις που απορρέει ειδικά από τη μαρξιστική ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αρκεί να δει κανείς πόσοι μισθωτοί εργάτες ήταν οργανωμένοι συνδικαλιστικά παγκοσμίως το 1847-48, πόσοι το 1900, πόσοι το 1948 και πόσοι σήμερα, για να αναγνωρίσει την ακρίβεια αυτής της διαπίστωσης (ποιος άλλος εκτός από τον Μαρξ το προέβλεψε αυτό στα μέσα του 19ου αιώνα;). Δεν υπάρχει σήμερα καμία χώρα στον κόσμο, ούτε καν το μικρότερο νησί του Ειρηνικού, όπου υπάρχει μισθωτή εργασία, χωρίς το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας στοιχειώδους ταξικής πάλης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, χωρίς οι μισθωτοί να προσπαθούν να δημιουργήσουν στοιχειώδεις οργανώσεις αυτοάμυνας και πάλης.

Η πτώση του καπιταλισμού, το πέρασμα σε μια αταξική κοινωνία, η αντικατάσταση του καθεστώτος του εργασιακού καταναγκασμού από τον ελεύθερο συνεταιρισμό των παραγωγών μπορεί να είναι οι καρποί αυτής της αυτοοργάνωσης και αυτής της αναπόφευκτης και στοιχειώδους ταξικής πάλης του σύγχρονου προλεταριάτου. Έτσι το χειραφετητικό σχέδιο δέχεται για πρώτη φορά στην ιστορία ένα υποκείμενο που έχει τις αντικειμενικές και υποκειμενικές ικανότητες για να το πραγματοποιήσει. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε παραπάνω ότι αυτό είναι μόνο μια δυνατότητα και όχι μια αναπόφευκτη δυνατότητα. Διαφορετικά, η δραστηριότητα που διεξάγεται από τους σοσιαλιστές υπέρ της εκπαίδευσης, της οργάνωσης και της ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης, μια δραστηριότητα που ξεκίνησαν οι ίδιοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, θα ήταν σε μεγάλο βαθμό άχρηστη και σε κάθε περίπτωση επουσιώδης. Η κατάρρευση του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη: αυτή είναι η μόνη βεβαιότητα που προκύπτει από τη μαρξική ανάλυση των εσωτερικών αντιφάσεων του συστήματος. Μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, δύο μεγάλες οικονομικές κρίσεις, εκείνη του 1929-33 και την τρέχουσα, αυτή μας φαίνεται να είναι μια τάση που δεν επιδέχεται μεγάλη αμφισβήτηση. Αλλά αυτή η κατάρρευση μπορεί να οδηγήσει σε δύο εντελώς αντίθετα αποτελέσματα: προς τα εμπρός προς το σοσιαλισμό, προς τα πίσω προς τη βαρβαρότητα. Μετά την εμπειρία του Άουσβιτς και της Χιροσίμα, στην εποχή του ανταγωνισμού των πυρηνικών εξοπλισμών και της αυξανόμενης απειλής για το οικοσύστημα, αυτό δεν είναι μια προπαγανδιστική φόρμουλα αλλά ένας σαφώς καθορισμένος πραγματικός κίνδυνος.

Δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει τον ορισμό της "προλεταριακής επιστήμης". Υπάρχει απλώς επιστήμη, που υπακούει μόνο στους δικούς της νόμους, πέρα από κάθε άμεσο ταξικό προσδιορισμό. Τι άλλο θα ήταν η επιστήμη σε μια αταξική κοινωνία; Χωρίς αμφιβολία, ειδικά στις κοινωνικές επιστήμες, οι άνδρες και οι γυναίκες που κάνουν επιστημονική εργασία σε μια ταξική κοινωνία είναι κοινωνικά καθορισμένοι άνδρες και γυναίκες. Η σκέψη τους δεν έχει μόνο μια "καθαρή επιστημονική πηγή", αλλά βασίζεται σε προϋποθέσεις που εξαρτώνται από την ταξική κοινωνία. Στο βαθμό που συμβαίνει αυτό, οι σκέψεις τους δεν είναι πλήρως επιστημονικές, παρά μόνο εν μέρει, και ο επιστημονικός ερευνητής πρέπει να διαχωρίσει τον επιστημονικό κόκκο από την ιδεολογική ήρα. Με άλλα λόγια: δεν υπάρχει "αστική επιστήμη". Υπάρχουν επιστήμονες που είναι ταυτόχρονα και αστοί ιδεολόγοι.

Ο Ερνέστ Μαντέλ με τον Ούγκο ΜπλάνκοΟ Ερνέστ Μαντέλ με τον Περουβιανό αγροτικό ηγέτη Ούγκο Μπλάνκο

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι μόνο η πλήρης ρήξη με την αστική κοινωνία, την ιδεολογία, τις αξίες και τις μορφές σκέψης της, έκανε τον Μαρξ και τον Ένγκελς ικανούς να πάρουν μια σαφή και ολοκληρωτική θέση υπέρ του προλεταριάτου. Και είναι μόνο με αφετηρία αυτή τη δέσμευση υπέρ του προλεταριάτου και με βάση την εμπειρία της πραγματικής ταξικής πάλης του προλεταριάτου, που μπόρεσαν να αναπτύξουν μια αυστηρά επιστημονική θεωρία για την υπεραξία, τις τάξεις και το κράτος.

Με αυτή την έννοια, υπάρχει ένας ακατάλυτος διαλεκτικός δεσμός μεταξύ επιστήμης και χειραφέτησης, και επομένως επίσης μεταξύ χειραφέτησης και επιστήμης, τουλάχιστον στην ταξική κοινωνία. Οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να αρχίσουν να αναπτύσσονται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χειραφετητικό σχέδιο. Αλλά μέχρι στιγμής, μόνον ο μαρξισμός, ενοποιώντας την κοινωνική επιστήμη και το σχέδιο της χειραφέτησης, έχει καταφέρει να αναπτύξει μια συνεκτική επιστήμη που αμφισβητεί ριζικά όλες τις απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες, εξηγώντας την προέλευσή τους, τη βαθύτερη φύση τους, την εξέλιξή τους και τους όρους του μαρασμού τους.

Χειραφέτηση και πολιτική

Κατά μία έννοια, οι "Θέσεις για τον Φόυερμπαχ" του Μαρξ, που εμφανίζονται ως συμπέρασμα της "Γερμανικής Ιδεολογίας", αποτελούν τη γενεσιουργό πράξη του μαρξισμού. Κορυφώνονται στην περίφημη φράση "«Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε”. Με αυτή τη φράση, η σκέψη του Μαρξ μετατοπίζεται από ένα αόριστα ανθρωπολογικά προσδιορισμένο σχέδιο χειραφέτησης προς μια πρακτική και πολιτική δέσμευση για την εκπλήρωση συγκεκριμένων ιστορικών καθηκόντων. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει μόνο μέσα από τη δράση χειροπιαστών ανδρών και γυναικών, σαν κι αυτούς που υπάρχουν πραγματικά : άνδρες και γυναίκες που καθορίζονται από την κοινωνική τους ύπαρξη, που συνδέεται στην αστική κοινωνία (όπως και σε κάθε ταξική κοινωνία) με συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις. Το πρακτικό καθήκον της κατάργησης της υποδούλωσης της ανθρωπότητας μετατρέπεται έτσι σε πρακτικό καθήκον της ταξικής πολιτικής: να καθοριστούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες μία ή περισσότερες κοινωνικές τάξεις μπορούν να πραγματοποιήσουν τη χειραφέτηση του ανθρώπινου γένους.

Έτσι, ενώ η χειραφέτηση μπορεί να διαχωριστεί οριακά από την επιστήμη, δεν μπορεί ποτέ, για τον Μαρξ ή για έναν μαρξιστή, να διαχωριστεί από την πολιτική, όπως και η πολιτική δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτήν, τουλάχιστον αν χρησιμοποιούμε την έννοια της "πολιτικής" με την ευρύτερη σημασία του όρου: κάθε δραστηριότητα που οδηγεί σε συλλογική δράση υπέρ μιας αλλαγής του κράτους και της κοινωνίας μέχρι την πραγματοποίηση της αταξικής κοινωνίας και τον μαρασμό του κράτους. Επειδή κάθε μη πολιτική χειραφετητική δραστηριότητα είναι πάντα μόνο μια χειραφετητική δραστηριότητα ατόμων ή μικρών ομάδων, η οποία παραμένει κατά συνέπεια ελιτίστικη και αρνείται στην πράξη τη δυνατότητα αυτοχειραφέτησης των ευρύτερων μαζών, ακόμη και αν βασίζεται στην "προπαγάνδα μέσω της δράσης".

Η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι μόνον η επαναστατική δραστηριότητα των πλατιών μαζών, σε προεπαναστατικές ή επαναστατικές καταστάσεις, επιτρέπει στους άνδρες και τις γυναίκες να καταργήσουν ριζικά όλες τις καταστάσεις υποδούλωσης και έτσι να αλλάξουν ριζικά τους εαυτούς τους. Αυτή είναι η πολιτική δραστηριότητα - η επαναστατική πολιτική - η οποία πρέπει να προετοιμάζεται συστηματικά και μακροπρόθεσμα με συνεχή δράση και, επομένως, με συνεχή οργάνωση, ακόμη και σε μη επαναστατικές περιόδους. Και ό,τι υπερβαίνει το πλαίσιο της επιδίωξης της ατομικής χειραφέτησης ή των πολύ μικρών ομάδων, ό,τι αφορά τη συλλογική χειραφέτηση, είναι χειραφετητική, σοσιαλιστική, επαναστατική πολιτική.

Η προβληματική των πολιτικών παραλλαγών οδηγεί στην κατανόηση του αναγκαίου πολιτικού πλουραλισμού στο εργατικό κίνημα, επειδή μόνον η πράξη μπορεί να αποδείξει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο (ούτε το κόμμα, ούτε η κεντρική επιτροπή, ούτε ο πρόεδρος, ούτε ο γενικός γραμματέας έχουν "πάντα" δίκιο: μόνον ο πλουραλισμός εγγυάται τη γρήγορη διόρθωση των αναπόφευκτων λαθών). Αυτό οδηγεί στην κατανόηση της οργανικής σχέσης της προλεταριακής σοσιαλιστικής δημοκρατίας με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που αντιπροσωπεύει μια υποχρέωση που δεν είναι ηθική αλλά κατ' εξοχήν πολιτική.

Η ιδιαίτερη φύση της σοσιαλιστικής επανάστασης και της αταξικής κοινωνίας, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως συνειδητό σχέδιο- η ιδιαίτερη φύση του ίδιου του προλεταριάτου, το οποίο, για πρώτη φορά στην ιστορία, πρέπει να αλλάξει την κοινωνία ξεκινώντας από την κατάσταση μιας οικονομικά κυριαρχούμενης τάξης και όχι από μια τάξη που είναι ήδη οικονομικά κυρίαρχη (και η οποία πρέπει για το σκοπό αυτό να κατακτήσει την πολιτική εξουσία): όλα αυτά σημαίνουν ότι αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αυτοοργάνωση και την αυτοδραστηριότητα των πλατιών προλεταριακών μαζών. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με το λενινιστικό σχέδιο ενός κόμματος πρωτοπορίας, το οποίο καθίσταται αναγκαίο λόγω της κοινωνικής διαφοροποίησης του προλεταριάτου και της συνείδησής του, καθώς και λόγω της ασυνέχειας της δραστηριότητας των μαζών.

Η χειραφέτηση, η επιστήμη και η πολιτική συνδυάζονται έτσι σε κάθε επίπεδο του μαρξισμού: στο επίπεδο της "καθαρής" θεωρίας, στο επίπεδο της εφαρμοσμένης θεωρίας και στο επίπεδο της καθημερινής πολιτικής πράξης.

Επιμέλεια: Γιώργος Μητραλιάς