Featured

Περισσότερο και από το κείμενο του για τον “σινοϊαπωνικό πόλεμο”, που αναδημοσιεύσαμε πριν από μερικές μέρες (https://www.contra-xreos.gr/arthra/2984-trotski-gia-ton-sinoiaponiko-polemo), το κείμενο του Τρότσκι “Να μάθουμε να σκεφτόμαστε” μοιάζει να έχει γραφτεί σήμερα για να απαντήσει στα διλήμματα και στα ερωτήματα που βάζει, εδώ και τέσσερις μήνες, στην ελληνική και στη διεθνή αριστερά ο πόλεμος του Πούτιν ενάντια στην Ουκρανία. Όπως εξάλλου το λέει ο συγγραφέας του, είναι μάλιστα γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αφήνει το παραμικρό περιθώριο για παρανοήσεις και κακόπιστες αμφισβητήσεις. Διαβάστε το και θα καταλάβετε...

Γ. Μητραλιάς

Τρότσκι: Να μάθουμε να σκεφτόμαστε

Μια φιλική υπόδειξη σε κάποιους υπεραριστερούς

TrotskiΟρισμένοι επαγγελματίες υπεραριστεροί λογοκόποι προσπαθούν με κάθε κόστος να «διορθώσουν» τις θέσεις της Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς για τον πόλεμο, σύμφωνα με τις δικές τους αποστεωμένες προκαταλήψεις. Επιτίθενται ιδιαίτερα στο τμήμα των θέσεων το οποίο αναφέρει ότι σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες το επαναστατικό κόμμα, ενώ παραμένει σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με την ίδια του την κυβέρνηση σε καιρό πολέμου, πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να διαμορφώσει την πολιτική πρακτική του σε κάθε χώρα από την εσωτερική κατάσταση και τις διεθνείς ομαδοποιήσεις, κάνοντας κάθετη διάκριση ανάμεσα σ’ ένα εργατικό κράτος κι ένα αστικό κράτος, ανάμεσα σε μια αποικιακή χώρα και μια ιμπεριαλιστική χώρα.

Το προλεταριάτο μιας καπιταλιστικής χώρας που θα βρίσκεται σε συμμαχία με την ΕΣΣΔ[1] [αναφέρει η θέση] πρέπει να διατηρήσει πλήρως και ολοκληρωτικά την ασυμβίβαστη εχθρότητά του στην ιμπεριαλιστική κυβέρνηση της δικής του χώρας. Μ’ αυτή την έννοια, η πολιτική του δε θα διαφέρει από την πολιτική του προλεταριάτου μιας χώρας που πολεμάει ενάντια στην ΕΣΣΔ. Αλλά στη σφαίρα των πρακτικών δραστηριοτήτων, μπορεί να προκύψουν αξιόλογες διαφορές που θα εξαρτηθούν από τη συγκεκριμένη μορφή του πολέμου. (Ο Πόλεμος και η Τέταρτη Διεθνής, σελ. 21, § 44 [ελληνική μετάφραση: Λεόν Τρότσκι, Ο Πόλεμος και η Τέταρτη Διεθνής, Αλλαγή, Αθήνα 1984].)

Οι υπεραριστεροί θεωρούν αυτό το αξίωμα, η ορθότητα του οποίου έχει επιβεβαιωθεί από ολόκληρη την πορεία της εξέλιξης, ως το σημείο εκκίνησης του… σοσιαλπατριωτισμού[2]. Δεδομένου ότι η στάση απέναντι στην ιμπεριαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει να είναι «η ίδια» σε όλες τις χώρες, αυτοί οι σχεδιαστές στρατηγικής αποκλείουν οποιεσδήποτε διακρίσεις πέρα από τα όρια της δικής τους ιμπεριαλιστικής χώρας. Θεωρητικά το λάθος τους προκύπτει από την προσπάθεια να κατασκευάσουν ριζικά διαφορετικές βάσεις για τις πολιτικές σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου.

Ας υποθέσουμε ότι ξεσπά αύριο εξέγερση στη γαλλική αποικία της Αλγερίας κάτω από τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας και ότι η ιταλική κυβέρνηση, παρακινούμενη από τα δικά της ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, ετοιμάζεται να στείλει όπλα στους αντάρτες. Ποια θα έπρεπε να είναι η στάση των Ιταλών εργατών σε αυτή την περίπτωση; Χρησιμοποιώ σκόπιμα ένα παράδειγμα εξέγερσης εναντίον ενός δημοκρατικού ιμπεριαλισμού με παρέμβαση υπέρ των εξεγερμένων από ένα φασιστικό ιμπεριαλισμό. Πρέπει οι Ιταλοί εργάτες να εμποδίσουν την αποστολή όπλων προς τους Αλγερινούς; Ας τολμήσουν οι υπεραριστεροί να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό καταφατικά. Κάθε επαναστάτης, μαζί με τους Ιταλούς εργάτες και τους εξεγερμένους Αλγερινούς, θα απέρριπταν μια τέτοια απάντηση με αγανάκτηση. Ακόμη και αν την ίδια στιγμή ξεσπούσε στην Ιταλία μια γενική απεργία ναυτεργατών, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση οι απεργοί θα έπρεπε να κάνουν μια εξαίρεση υπέρ αυτών των πλοίων που θα μετέφεραν βοήθεια προς τους εξεγερμένους αποικιακούς σκλάβους· ειδάλλως δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από άθλιους συνδικαλιστές – όχι προλετάριοι επαναστάτες.

Την ίδια στιγμή, οι Γάλλοι ναυτεργάτες, ακόμη και αν δεν βρίσκονταν σε κάποια απεργία, θα ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εμποδίσουν την μεταφορά πυρομαχικών που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν εναντίον των εξεγερμένων. Μόνο μια τέτοια πολιτική απ’ την πλευρά των Ιταλών και των Γάλλων εργατών συνιστά πολιτική επαναστατικού διεθνισμού.

Μήπως αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι Ιταλοί εργάτες θα μετριάσουν τον αγώνα τους σε αυτή την περίπτωση εναντίον του φασιστικού καθεστώτος; Ούτε στο ελάχιστο. Ο φασισμός δίνει «βοήθεια» στους Αλγερινούς μόνο για να αποδυναμώσει τον εχθρό του, τη Γαλλία, και να απλώσει το αρπακτικό χέρι του στις αποικίες της. Οι επαναστάτες Ιταλοί εργάτες δεν το ξεχνάν αυτό ούτε για μια στιγμή. Καλούν τους Αλγερινούς να μην εμπιστεύονται τον προδότη «σύμμαχό» τους και την ίδια στιγμή συνεχίζουν τη δική τους ασυμφιλίωτη πάλη ενάντια στο φασισμό, «τον κύριο εχθρό στη χώρα τους». Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των ανταρτών, να βοηθήσουν την εξέγερση και να ενισχύσουν τη δική τους επαναστατική θέση.

Αν τα παραπάνω είναι σωστά σε καιρό ειρήνης, γιατί αυτό είναι λάθος και σε καιρό πολέμου; Ο καθένας ξέρει το αξίωμα του διάσημου Γερμανού στρατιωτικού θεωρητικού, του Κλάουζεβιτς, ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Αυτή η βαθιά σκέψη φυσικά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πάλη ενάντια στον πόλεμο δεν είναι παρά η συνέχιση του γενικού προλεταριακού αγώνα σε καιρό ειρήνης. Μήπως το προλεταριάτο σε καιρό ειρήνης απορρίπτει και σαμποτάρει όλες τις πράξεις και τα μέτρα της αστικής κυβέρνησης; Ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας απεργίας η οποία αγκαλιάζει μια ολόκληρη πόλη, οι εργαζόμενοι παίρνουν μέτρα για να διασφαλιστεί η παράδοση τροφίμων σε δικές τους περιοχές, εξασφαλίζουν ότι υπάρχει νερό, ότι τα νοσοκομεία δεν έχουν ελλείψεις, κλπ, τα μέτρα αυτά δεν υπαγορεύονται από οπορτουνισμό απέναντι στην αστική τάξη, αλλά από την ανησυχία για τα συμφέροντα της ίδιας της απεργίας, από την ανησυχία για την συμπάθεια των εξαθλιωμένων μαζών της πόλης, κ.α. Οι στοιχειώδεις κανόνες της προλεταριακής στρατηγικής σε καιρό ειρήνης διατηρούν την πλήρη ισχύ τους και σε καιρό πολέμου.

Μια ασυμβίβαστη στάση ενάντια στον αστικό μιλιταρισμό δεν σημαίνει καθόλου ότι το προλεταριάτο μπαίνει σε όλες τις περιπτώσεις σε έναν αγώνα εναντίον του δικού του «εθνικού» στρατού. Τουλάχιστον οι εργάτες δεν θα εμποδίσουν στρατιώτες που σβήνουν μια πυρκαγιά ή διασώζουν από πνιγμό ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας πλημμύρας. Αντίθετα, θα βοηθήσουν δίπλα-δίπλα με τους στρατιώτες και θα έχουν φιλικές σχέσεις μαζί τους. Και το ζήτημα δεν εξαντλείται μόνο σε περιπτώσεις μιας στοιχειώδους καταστροφής. Εάν οι Γάλλοι φασίστες θα επιχειρήσουν σήμερα ένα πραξικόπημα και η κυβέρνηση Νταλαντιέ αναγκαστεί να μετακινήσει στρατεύματα ενάντια στους φασίστες, οι επαναστάτες εργάτες, διατηρώντας παράλληλα την πλήρη πολιτική ανεξαρτησία τους, θα αγωνιστούν ενάντια στους φασίστες, δίπλα σ’ αυτά τα στρατεύματα. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις οι εργάτες αναγκάζονται όχι μόνο να επιτρέψουν και να ανεχτούν, αλλά και να υποστηρίξουν ενεργά τα πρακτικά μέτρα της αστικής κυβέρνησης.

Σε ενενήντα περιπτώσεις από τις εκατό οι εργάτες βάζουν στην πραγματικότητα αρνητικό πρόσημο όταν η αστική τάξη βάζει ένα θετικό πρόσημο. Σε δέκα περιπτώσεις, ωστόσο αναγκάζονται να βάλουν το ίδιο πρόσημο με την μπουρζουαζία, αλλά με τη δική τους σφραγίδα, στην οποία εκφράζεται η δυσπιστία τους στην αστική τάξη. Η πολιτική του προλεταριάτου καθόλου δεν προκύπτει αυτόματα από την πολιτική της αστικής τάξης, φέροντας μόνο το αντίθετο πρόσημο – αυτό θα έκανε τον κάθε σεχταριστή έναν μάστορα της στρατηγικής. Όχι, το επαναστατικό κόμμα θα πρέπει κάθε φορά προσανατολιζόμενο το ίδιο ανεξάρτητα τόσο στην εσωτερική όσο και την εξωτερική κατάσταση, να φθάνει σε εκείνες τις αποφάσεις οι οποίες αντιστοιχούν καλύτερα στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Ο κανόνας αυτός ισχύει εξίσου για την περίοδο του πολέμου, όπως και για την περίοδο της ειρήνης.

Ας φανταστούμε ότι στον επόμενο Ευρωπαϊκό πόλεμο το βελγικό προλεταριάτο κατακτά την εξουσία νωρίτερα από το προλεταριάτο της Γαλλίας. Αναμφίβολα ο Χίτλερ θα προσπαθήσει να συντρίψει το προλεταριακό Βέλγιο. Προκειμένου να καλύψει τα δικά της πλευρά, η γαλλική αστική κυβέρνηση μπορεί να αναγκαστεί να βοηθήσει την κυβέρνηση των Βέλγων εργατών με όπλα. Τα βελγικά Σοβιέτ φυσικά θα πάρουν αυτά τα όπλα και με τα δύο χέρια. Αλλά μήπως οι Γάλλοι εργάτες, παρακινούμενοι από την αρχή του ντεφετισμού, θα πρέπει να εμποδίσουν την αστική τους τάξη να στείλει όπλα στο προλεταριακό Βέλγιο; Μόνο καθαρά προδότες ή πέρα για πέρα ηλίθιοι μπορούν να επιχειρηματολογήσουν με τον τρόπο αυτό.

Η γαλλική αστική τάξη θα μπορούσε να στείλει όπλα στο προλεταριακό Βέλγιο μόνο από το φόβο ενός μεγαλύτερου στρατιωτικού κινδύνου και μόνο με την προσδοκία να συνθλίψει αργότερα την προλεταριακή επανάσταση, με τα δικά της όπλα. Για τους Γάλλους εργάτες, αντίθετα, το προλεταριακό Βέλγιο είναι η μεγαλύτερη υποστήριξη στον αγώνα εναντίον της δικής τους αστικής τάξης. Η έκβαση του αγώνα θα αποφασιστεί, σε τελική ανάλυση, από το συσχετισμό των δυνάμεων, στον οποίο οι σωστές πολιτικές υπεισέρχονται ως ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Το πρώτο καθήκον του επαναστατικού κόμματος είναι να αξιοποιήσει την αντίφαση μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών χωρών, της Γαλλία και της Γερμανίας, προκειμένου να σώσει το προλεταριακό Βέλγιο.

Το να φέρει την ταξική πάλη στην υψηλότερη μορφή της –τον εμφύλιο πόλεμο– αυτός είναι ο στόχος του ντεφετισμού. Αλλά ο στόχος αυτός μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσω της επαναστατικής κινητοποίησης των μαζών, που αποτελεί, μία διεύρυνση, εμβάθυνση, και όξυνση αυτών των επαναστατικών μεθόδων που συνιστούν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης στην περίοδο της «ειρήνης». Το προλεταριακό κόμμα δεν καταφεύγει σε τεχνητές μεθόδους, όπως η πυρπόληση αποθηκών, η τοποθέτηση βομβών, η καταστροφή τρένων, κλπ, προκειμένου να προκαλέσει την ήττα της κυβέρνησής του. Ακόμη και αν ο δρόμος αυτός ήταν επιτυχημένος, η στρατιωτική ήττα δεν θα οδηγούσε στην επαναστατική επιτυχία, μια επιτυχία που μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από το ανεξάρτητο κίνημα του προλεταριάτου. Ο επαναστατικός ντεφετισμός σημαίνει μόνο ότι στην ταξική πάλη του, το προλεταριακό κόμμα δεν σταματά σε οποιεσδήποτε «πατριωτικές» ευαισθησίες, δεδομένου ότι η ήττα της δικής του ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης, που προκαλείται, ή επιταχύνεται από το επαναστατικό κίνημα των μαζών είναι ένα ασύγκριτα μικρότερο κακό από τη νίκη που κερδήθηκε με τίμημα την εθνική ενότητα, δηλαδή, την πολιτική εξουθένωση του προλεταριάτου. Εκεί βρίσκεται η πλήρης σημασία του ντεφετισμού και αυτή η σημασία είναι απόλυτα επαρκής.

Οι μέθοδοι του αγώνα αλλάζουν, φυσικά, όταν ο αγώνας μπαίνει σε ανοιχτά επαναστατική φάση. Ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί έναν πόλεμο, και από αυτή την άποψη έχει τους ιδιαίτερους νόμους του. Στον εμφύλιο πόλεμο, οι βομβαρδισμοί αποθηκών, ο εκτροχιασμός τρένων και όλες οι άλλες μορφές των στρατιωτικών «σαμποτάζ» είναι αναπόφευκτες. Η καταλληλότητα τους αποφασίζεται από καθαρά στρατιωτικές εκτιμήσεις – ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζει την επαναστατική πολιτική, αλλά με άλλα, συγκεκριμένα, με στρατιωτικά μέσα.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα επαναστατικό κόμμα θα αναγκαστεί να καταφύγουν σε στρατιωτικά-τεχνικά μέσα, αν και ακόμη αυτό δεν προκύπτει ευθέως από το επαναστατικό κίνημα στη χώρα του. Έτσι, αν πρόκειται για ένα ζήτημα αποστολής όπλων ή στρατευμάτων εναντίον μια εργατικής κυβέρνησης ή μιας εξεγερμένης αποικίας, όχι μόνο μέθοδοι όπως το μποϊκοτάζ και η απεργία, αλλά και το άμεσο στρατιωτικό σαμποτάζ μπορεί να γίνει εξ ολοκλήρου πρακτικό και υποχρεωτικό. Η προσφυγή ή η μη προσφυγή σε τέτοιου είδους μέτρα θα είναι ένα ζήτημα συγκεκριμένων δυνατοτήτων. Αν οι Βέλγοι εργάτες κατακτήσουν την εξουσία και εν καιρώ πολέμου, έχουν τους δικούς τους πράκτορες της στρατιωτικής τους υπηρεσίας σε γερμανικό έδαφος, θα ήταν καθήκον των πρακτόρων αυτών να μην διστάζουν σε κάθε τεχνικό μέσο προκειμένου να σταματήσουν τα στρατεύματα του Χίτλερ. Είναι απολύτως σαφές ότι οι επαναστάτες Γερμανοί εργάτες έχουν επίσης καθήκον (εάν είναι σε θέση) να εκτελέσουν το έργο αυτό προς το συμφέρον της βελγικής επανάστασης, ανεξάρτητα από τη γενική πορεία του επαναστατικού κινήματος στην ίδια τη Γερμανία.

Η ντεφετιστική πολιτική, δηλαδή, η πολιτική της ασυμβίβαστης ταξικής πάλης στη διάρκεια του πολέμου δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να είναι «η ίδια» σε όλες τις χώρες, όπως η πολιτική του προλεταριάτου δεν μπορεί να είναι η ίδια σε καιρό ειρήνης. Μόνο η Κομιντέρν των επιγόνων έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς στο οποίο τα κόμματα όλων των χωρών μπαίνουν στην πορεία ταυτόχρονα με το αριστερό πόδι. Στον αγώνα εναντίον αυτής της γραφειοκρατικής ηλιθιότητας έχουμε προσπαθήσει περισσότερο από μία φορά να αποδείξουμε ότι οι γενικές αρχές και τα καθήκοντα πρέπει να υλοποιηθούν σε κάθε χώρα σύμφωνα με τις εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες της. Η αρχή διατηρεί την πλήρη ισχύ της και για τον καιρό του πολέμου.

Αυτοί οι υπεραριστεροί που δεν θέλουν να σκέφτονται σαν μαρξιστές, δηλαδή, συγκεκριμένα, θα πρέπει να αιφνιδιάζονται από τον πόλεμο. Η πολιτική τους σε καιρό πολέμου θα ήταν ένα μοιραίο επιστέγασμα της πολιτικής τους σε καιρό ειρήνης. Οι πρώτες βολές πυροβολικού, είτε θα γκρεμίσουν τους υπεραριστερούς στην πολιτική ανυπαρξία, είτε θα τους οδηγήσουν στο στρατόπεδο του σοσιαλπατριωτισμού, ακριβώς όπως και οι Ισπανοί αναρχικοί, που, από απόλυτοι «αρνητές» του κράτους, βρέθηκαν οι ίδιοι και για τους ίδιους λόγους, αστοί υπουργοί όταν ήρθε ο πόλεμος. Προκειμένου να ακολουθήσει κανείς μια σωστή πολιτική εν καιρώ πολέμου πρέπει να μάθει να σκέφτεται σωστά στην αρμονία της ειρήνης.

Λεόν Τρότσκυ

Κογιοακάν, 22 Μαΐου 1938

Μετάφραση: elaliberta.gr

[Αναδημοσίευση από το elaliberta.gr ].

Leon Trotsky, «Learn To Think. A Friendly Suggestion to Certain Ultra-Leftists», New International, τόμος. 4 νο. 7, Ιούλιος 1938, σσ. 206-207. Trotsky Internet Archive,https://www.marxists.org/archive/trotsky/1938/05/think.htm

Σημειώσεις

[1] Μπορούμε να αφήσουμε στην άκρη το ζήτημα του ταξικού χαρακτήρα της ΕΣΣΔ. Μας ενδιαφέρει το θέμα της πολιτικής σε σχέση με ένα εργατικό κράτος γενικά ή με μια αποικιακή χώρα που αγωνίζεται για την ανεξαρτησία της. Όσον αφορά την ταξική φύση της ΕΣΣΔ, μπορούμε να συστήσουμε παρεμπιπτόντως στους υπεραριστερός να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη του βιβλίου του A. Ciliga, Στη χώρα του μεγάλου ψεύδους. Αυτός ο υπεραριστερός συγγραφέας, που του λείπει οποιαδήποτε μαρξιστική παιδεία, ακολουθεί την ιδέα του μέχρι τέλους, δηλαδή μέχρι την φιλελεύθερη-αναρχική αφαίρεση.

[2] Η κ. Σιμόν Βέιλ γράφει ακόμη ότι η θέση μας είναι η ίδια με εκείνη του Πλεχάνοφ το 1914-1918. Η Σιμόν Βέιλ, φυσικά, έχει το δικαίωμα να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να κάνει κατάχρηση αυτού του δικαιώματος.